Γυναικομαστία

H γυναικομαστία, η αύξηση, δηλαδή, του μεγέθους του ανδρικού μαστού, είναι αρκετά συχνό εύρημα. Οι ασθενείς, προσέρχονται, συνήθως, λόγω υποκειμενικών ενοχλήσεων η αισθητικού προβλήματος. Ο αδένας ψηλαφάται συνήθως όταν ξεπεράσει σε διάμετρο τα 0,5 εκ. Ο γιατρός, όμως, πρέπει να διερευνήσει την πιθανότητα, η γυναικομαστία, να είναι σύμπτωμα κακοήθειας η εκδήλωση άλλης σοβαρής νόσου. Θα πρέπει να διαχωρίσει τις περιπτώσεις εκείνες όπου δεν υπάρχει καμία παθολογική αιτία από αυτές που θα χρειαστούν ειδική αντιμετώπιση.

Η σχέση μεταξύ της αύξησης των οιστρογόνων και της ανάπτυξης γυναικομαστίας, έχει αναγνωρισθεί εδώ και πολλά χρόνια. Είναι ιδιαίτερα εμφανής στη γυναικομαστία που παρατηρείται μετά τη χορήγηση οιστρογόνων, για θεραπευτικούς λόγους, όπως πχ στον καρκίνο του προστάτη. Στο ίδιο αποτέλεσμα οδηγεί, η ενδογενής υπερπαραγωγή οιστρογόνων, όπως για παράδειγμα σε νεοπλάσματα των όρχεων. Διαπιστώθηκε, όμως, και σε περιπτώσεις γυναικομαστίας με φυσιολογικές τιμές οιστρογόνων, συχνά υπάρχουν χαμηλές τιμές ανδρογόνων, ιδίως τεστοστερόνης. Αυτό οδήγησε στην άποψη, ότι οι δύο αυτές ορμόνες, έχουν αντίθετη δράση στο μαστό και ότι η γυναικομαστία, είναι αποτέλεσμα της σχέσης οιστρογόνων/τεστοστερόνης. Η παρατήρηση ότι, γυναικομαστία μπορεί να αναπτυχθεί και σε καταστάσεις όπου τα επίπεδα των ορμονών αυτών είναι φυσιολογικά, αλλά υπάρχει διαταραχή στην απάντηση του συγκεκριμένου ιστού, (όπως για παράδειγμα στη συγγενή διαταραχή των ανδρογονικών υποδοχέων), οδήγησε στην αντίληψη που ισχύει σήμερα, ότι δηλαδή, αυτό που τελικά καθορίζει την ανάπτυξη γυναικομαστίας, είναι το καθαρό πηλίκο της σχέσης οιστρογόνα/ανδρογόνα, που δρα αποτελεσματικά στο όργανο στόχο. Το πηλίκο αυτό καθορίζεται από:

  • Παραγωγή των ορμονών
  • Μετατροπή ανδρογόνων σε οιστρογόνα (π.χ. στον λιπώδη ιστό)
  • Επίπεδα SHBG
  • Ικανότητα των οργάνων στόχων να ανταποκρίνονται στο ορμονικό ερέθισμα
  • ΜΕΤΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΝΔΟΚΡΙΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΑΒΗΤΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟ ΤΟΥ ΕΝΔΟΚΡΙΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ.ΑΘΗΝΑ 2004

H γυναικομαστία, η αύξηση, δηλαδή, του μεγέθους του ανδρικού μαστού, είναι αρκετά συχνό εύρημα. Οι ασθενείς, προσέρχονται, συνήθως, λόγω υποκειμενικών ενοχλήσεων η αισθητικού προβλήματος. Ο αδένας ψηλαφάται συνήθως όταν ξεπεράσει σε διάμετρο τα 0,5 εκ. Ο γιατρός, όμως, πρέπει να διερευνήσει την πιθανότητα, η γυναικομαστία, να είναι σύμπτωμα κακοήθειας η εκδήλωση άλλης σοβαρής νόσου. Θα πρέπει να διαχωρίσει τις περιπτώσεις εκείνες όπου δεν υπάρχει καμία παθολογική αιτία από αυτές που θα χρειαστούν ειδική αντιμετώπιση.

Η σχέση μεταξύ της αύξησης των οιστρογόνων και της ανάπτυξης γυναικομαστίας, έχει αναγνωρισθεί εδώ και πολλά χρόνια. Είναι ιδιαίτερα εμφανής στη γυναικομαστία που παρατηρείται μετά τη χορήγηση οιστρογόνων, για θεραπευτικούς λόγους, όπως πχ στον καρκίνο του προστάτη. Στο ίδιο αποτέλεσμα οδηγεί, η ενδογενής υπερπαραγωγή οιστρογόνων, όπως για παράδειγμα σε νεοπλάσματα των όρχεων. Διαπιστώθηκε, όμως, και σε περιπτώσεις γυναικομαστίας με φυσιολογικές τιμές οιστρογόνων, συχνά υπάρχουν χαμηλές τιμές ανδρογόνων, ιδίως τεστοστερόνης. Αυτό οδήγησε στην άποψη, ότι οι δύο αυτές ορμόνες, έχουν αντίθετη δράση στο μαστό και ότι η γυναικομαστία, είναι αποτέλεσμα της σχέσης οιστρογόνων/τεστοστερόνης. Η παρατήρηση ότι, γυναικομαστία μπορεί να αναπτυχθεί και σε καταστάσεις όπου τα επίπεδα των ορμονών αυτών είναι φυσιολογικά, αλλά υπάρχει διαταραχή στην απάντηση του συγκεκριμένου ιστού, (όπως για παράδειγμα στη συγγενή διαταραχή των ανδρογονικών υποδοχέων), οδήγησε στην αντίληψη που ισχύει σήμερα, ότι δηλαδή, αυτό που τελικά καθορίζει την ανάπτυξη γυναικομαστίας, είναι το καθαρό πηλίκο της σχέσης οιστρογόνα/ανδρογόνα, που δρα αποτελεσματικά στο όργανο στόχο. Το πηλίκο αυτό καθορίζεται από:

  • Παραγωγή των ορμονών
  • Μετατροπή ανδρογόνων σε οιστρογόνα (π.χ. στον λιπώδη ιστό)
  • Επίπεδα SHBG
  • Ικανότητα των οργάνων στόχων να ανταποκρίνονται στο ορμονικό ερέθισμα

 

ΜΕΤΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΝΔΟΚΡΙΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΑΒΗΤΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟ ΤΟΥ ΕΝΔΟΚΡΙΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ.ΑΘΗΝΑ 2004

logo3 Small ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΜΠΟΝΙΑΚΟΣ - Ενδοκρινολόγος Διαβητολόγος - Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών